Make your own free website on Tripod.com

 Η διαφήμιση από πάνω εμφανίζεται επειδή αυτή η σελίδα φιλοξενείται δωρεάν 

"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

Τελευταία ενημέρωση

24 Ιουνίου, 2002


* Βιογραφικά  

    στοιχεία 1o 

* Βιογραφικά  

    στοιχεία 2o 

* Από τον θάνατο 

    έως σήμερα

* Ποιήματα του

   Εμπειρίκου

* Ο Μπρετόν για τον

   Υπερρεαλισμό

* Εισαγωγικά για τον

   Υπερρεαλισμό

* Ο Εμπειρίκος για

   τον

   Υπερρεαλισμό

* Ο ψυχαναλυτής

   Εμπειρίκος

* Ο φωτογράφος

   Ανδρέας

   Εμπειρίκος

* Η αυγή μέσα στο

   ζόφο

* Η αιώρηση ενός 

   οράματος

* "Παίδες εν τη 

   καμίνω..." (1)

* Κανείς δεν

   κατατρύχεται αν

   δεν κρατά στην

   τσέπη του μια 

   πέτρα.

* Ο πρώτος 

   Έλληνας 

   ψυχαναλυτής

* Ο διάφανος 

   κύβος της

   "Ενδοχώρας"

* Το λεξικό του

   προσωπικού του

   Σύμπαντος

* Το Ασυνείδητο σαν

   Ταξίδι

*  Της μη

    συμμορφώσεως ο

    άγιος  

 

 

Ποιος είναι ο Παναγιώτης Βήχος;


Υπογράψτε ή δείτε το βιβλίο

 επισκεπτών μου


Contact Us
Επικοινωνία


Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

σ' έναν φίλο


Γραφτείτε στην Mailing List 

για να ενημερώνεστε σε κάθε νέα ανανέωση


Στείλε άρθρο



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Το λεξικό του προσωπικού του Σύμπαντος

ΜΙΚΕΛΑ ΧΑΡΤΟΥΛΑΡΗ

Καλή είναι η Ιωλκός. Αλλοίμονο όμως στους πνευματικούς ανθρώπους αν δεν τους συγκινούν και οι Κολχίδες. Η παρατεταμένη ακινησία είναι άκρως ανθυγιεινή     

Προσωπική Εγκυκλοπαίδεια

Αυτοβιογραφία ο Εμπειρίκος δεν έγραψε ποτέ, παρότι η ζωή του είχε όλα τα στοιχεία που θα την καθιστούσαν συναρπαστική. Θέλησε να προχωρήσει ωστόσο σε κάτι πολύ πιο σύνθετο και πιο φιλόδοξο από μια αυτοβιογραφία: στο Λεξικό του προσωπικού του Σύμπαντος.

Αυτό το Λεξικό άρχισε να το συνθέτει στα μέσα της δεκαετίας του '50 και από το 1970 αποτελεί το μοναδικό δημιουργικό του έργο, που μένει όμως στη μέση. Το μόνο γνωστό ώς τώρα λήμμα είναι το κείμενο για τον πατέρα του (βλ. «Πέταλο» του Δ. Πολέμη). Τα «ΠΡΟΣΩΠΑ» «ανοίγουν», λοιπόν, σήμερα το Λεξικό του Εμπειρίκου φέρνοντας στο φως ορισμένα από τα πιο σημαδιακά λήμματά του.

Όπως διευκρινίζει ο γιος του συγγραφέα, Λεωνίδας, «αρχή και έναυσμα της συγγραφής του υπήρξε η ψυχαναλυτική του πρακτική, συνδυαζόμενη με την αναμόχλευση των αισθημάτων που του προκάλεσε η τρομακτική γι' αυτόν σύλληψή του από την ΟΠΛΑ. Το Λεξικό αυτό θα κατέληγε να είναι ένα κατεξοχήν φιλοσοφικό κείμενο με ποιητική χροιά. Η συγκρότησή του ήταν μια δυναμική διαδικασία, πηγή εσωτερικών συγκρούσεων παράλληλη με το ποιητικό και πεζογραφικό έργο του. Αποτελεί ίσως μια συνέχεια του "Οur dominion beyond the seas", διότι είναι μαζί ανάλυση της ποιητικής του, των κοινωνικοφιλοσοφικών του πεποιθήσεων, των αναγνώσεών του, αλλά και ένα ταξίδι στη θάλασσα των προσωπικών του αναμνήσεων».

Όπως προκύπτει άλλωστε από τα σχεδιάσματά του, είχε υπόψη του να γράψει λήμματα για τον Ίμπν Διν΄σ, τον Μαϊμονίδη, τον Μπέμε, τον Μαρξ, τον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Π. Πουλιόπουλο, τον Καντ, τον Έγελο, τον Κίρκεγκααρντ, τον Νίτσε, τον Φρόυντ, τον Φερέντζι και τον Βίλχελμ Ράιχ, τον Τολστόι (υπάρχουν ήδη γραμμένες 20 σελίδες), τον Ρεμπώ, τον Ουίτμαν, τον Μέλβιλ, τον Χώθορν, τον Σικελιανό, τον Ελύτη, και άλλους νεώτερους κ.ο.κ. Θα εξηγούσε επίσης όλες τις κομβικές λέξεις του έργου του, θα μιλούσε για τόπους και αντικείμενα, π.χ. θα περιελάμβανε το λήμμα «φωτογραφική μηχανή» και ξεχωριστά λήμματα για κάθε μοντέλο (όπως η Leica) που εκείνος χρησιμοποιούσε, περιγράφοντάς τα σαν έμβια όντα. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να γράψει περισσότερα από τριάντα λήμματα.

 

Αερόστατον. Συσκευή στηριζομένη στατικώς εις τον αέρα ως εκ της κατά την αρχήν του Αρχιμήδους ανώσεως. Αποτελείται από σάκκον ο οποίος περιέχει αέριον ειδικώς ελαφρότερον του ατμοσφαιρικού αέρος και από το οποίον εξαρτάται η λέμβος η φέρουσα τους επιβάτες. Τα αερόστατα χρησιμοποιούνται υπό τρεις μορφάς: ελεύθερα, δέσμια και πηδαλιουχούμενα ή αερόπλοια... (Επίτομον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη).

Από τα παιδικά μου χρόνια μέχρι σήμερον τα αερόστατα (εννοώ τα ελεύθερα) με μαγεύουν. Είναι κατασκευάσματα, δι' εμέ, ποιητικά. Συμβολίζουν δε, όχι μόνον την δυνατότητα της ανέτου άνωθεν εποπτείας, όχι μόνον την προς τα άνω φοράν, αλλά και την πλέον αδέσμευτον ελευθερίαν, την ελευθερίαν που παρέχει εις τον άνθρωπον η μη εξάρτησίς του από ξένας δυνάμεις, ξένας θελήσεις ή από μηχανάς. Το αίσθημα τούτο τα «βαρύτερα του αέρος» δεν το δίδουν. Ένα ταξίδι με αερόστατον γίνεται μέσα στην φύσι και με μιαν αμοιβαιότητα αγαθών ή αρμονικών σχέσεων ανθρώπων και συσκευών, και, τρόπον τινά, εν «συνεργασία» με την φύσιν, ενώ τα αεροπλάνα (βαρύτερα του αέρος) ενεργούν ή κινούνται συνεχώς εναντίον της φύσεως, την οποίαν τείνουν πάντοτε εχθρικώς, εν μέσω δαιμονιωδών θορύβων και άγχους καταθλιπτικού να υπερνικήσουν, ώστε να δυνηθούν να κινηθούν και «εν εχθρότητι» να επιζήσουν.

Είναι ευνόητον, κατά συνέπειαν, ότι εις το διήγημά μου «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου» δίδω εις το ίδιον το αερόστατον «Αργώ» θέσιν και σημασίαν ήρωος εις το πλευρόν των επιβαινόντων αυτού τριών άλλων ηρώων: του Ρώσσου ναυάρχου Βλαδιμήρου Βιερχόι, του ʼγγλου καθηγητού της αστρονομίας λόρδου Ώλμπερνον, του Γάλλου πρώην αντισυνταγματάρχου και μετέπειτα εξερευνητού της Αφρικής Ερνέστου Larue-Νancy, καθώς και των τριών άλλων σημαντικών προσώπων του διηγήματος: του Πέντρο Ραμίρεθ, της κόρης του Καρλόττας και του ινδομιγούς ζωεμπόρου Ρablo Gonzalez.

Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι και σήμερον ακόμη ξεφυλλίζω και ευχαρίστως ξαναδιαβάζω του Ιουλίου Βερν το πρώτο εκδοθέν μυθιστόρημα «Πέντε εβδομάδες σε αερόστατο». Ίσως, το θαυμάσιο αυτό βιβλίο να με εμύησε πρώτο-πρώτο στα μυστικά των αεροστατικών συσκευών, πολύ πριν γνωρίσω και από άλλα διαβάσματα τι είναι τα «ελαφρότερα του αέρος» και ποια η γοητεία των σφαιρικών αεροστάτων και της ελευθέρας (ουχί μηχανοκινήτου) αεροπλοΐας.

Αλληλούια. Χαρμόσυνος δοξολογική εκφώνησις, προερχομένη εκ της Εβραϊκής (αλλέλ-ου-για=αινείτε τον Θεόν) (Επίτ. Εγκ. Λεξ. Ελευθ.).

Η δοξαστική αυτή λέξις (όπως και τα επιφωνήματα «Δόξα» και «Ωσαννά») με συγκινεί βαθύτατα. Εκφράζει κατά συνταρακτικόν τρόπον το ισχυρότατον εκείνο συναίσθημα της εσωτερικής «ανώσεως» που, τόσον εντός όσον και εκτός των πλαισίων της θρησκευτικής εξάρσεως, φέρνει πανηγυρικώς στα χείλη την ψυχή τού εν εξάρσει διατελούντος ανθρώπου, του έχοντος επιτακτικήν ανάγκην να εκφράση την εσωτερικήν του «άνωσιν», αγαλλίασιν ή ευφορίαν.

Αλλέλ-ου-για και Οκτάνα. Είναι ο τίτλος μιας ανεκδότου συλλογής ποιημάτων μου εις πεζόν λόγον. Τα ποιήματα αυτά εγράφησαν μεταξύ του 1957 και του 1966. Πιστεύω ότι πολλά εξ αυτών είναι εκ των καλυτέρων μου και εκ των πλέον σημαντικών από απόψεως μορφής και περιεχομένου, εκφράζουν δε κατά τον πλέον άμεσον τρόπον την ιδιοσυγκρασίαν μου, το πνεύμα μου, τα αισθήματά μου και πολλάς ιδέας μου.

Αργώ. Το πλοίον του Ιάσονος διά του οποίου εξετελέσθη ο περίφημος πλους των Αργοναυτών από της Ιωλκού εις την Κολχίδα (Επίτ. Εγκ. Λεξ. Ελευθ.).

Αργώ. Μυθιστόρημα του Γιώργου Θεοτοκά. Το βιβλίο αυτό είναι εκ των ολίγων (αν λάβουμε υπ' όψιν μας την εποχή που εγράφη) που σημειώνουν ένα σταθμό στην εξέλιξι της νεοελληνικής πεζογραφίας. Συνετέλεσε, σε όχι μικρό βαθμό, να ελευθερωθή (τουλάχιστον εν μέρει) η ελληνική πρόζα από τον κλοιόν της ασφυκτικής και πολύ συχνά ανούσιας μικροηθογραφίας, καθώς και από την κοντόφθαλμη και στενόκαρδη προσήλωσι σε θέματα αποκλειστικώς και σωβινιστικώς λαογραφικά.

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, τότε που πρωτοκυκλοφόρησε, είχα το αίσθημα ότι ο συγγραφεύς προσπαθούσε, όχι μόνο με το μυαλό του μα και με το συναίσθημά του να ανοίξει τα παράθυρα και τις κλειδομανδαλωμένες πόρτες του τόπου μας, ότι ποθούσε να διευρύνει τους ορίζοντες της εποχής εκείνης, ώστε ο ελληνικός χώρος να ημπορή να δέχεται περισσότερον καθαρόν, και, θα πω, ζείδωρον αέρα, περισσότερες συναντήσεις, διασταυρώσεις και ευεργετικές ανταλλαγές, ερχόμενος εις πλέον άμεσον επικοινωνίαν με ανθρώπους και ρεύματα διαφορετικών προελεύσεων, ιδεών και τόπων.

Με συνεκίνησε πολύ την εποχή εκείνη η «Αργώ» του Γιώργου. Με ύφος σταθερά λαγαρό και εύρυθμο, με πνεύμα καθαρό και φιλελεύθερο, είπε άλλα πράγματα, διαφορετικά και με διαφορετικό τρόπο, από τα κοινά και τετριμμένα. Μολονότι ήμουν και είμαι τελείως διαφορετικού προσανατολισμού και άλλης πνευματικής γαλουχήσεως άνθρωπος, μου άρεσε το νεανικό αυτό βιβλίο του Θεοτοκά, όπως μου άρεσε πάντοτε και η τιμιότης του, η ειλικρίνεια, η ευγένεια και η probité intellectuelle του καλού εκείνου φίλου.

Πριν κλείσω τούτη την περί της «Αργούς» του Θεοτοκά παράγραφο, θέλω να προσθέσω ακόμη ολίγα λόγια. Καλή είναι η Ιωλκός, καλή και θαυμαστή. Αλλοίμονο όμως στους πνευματικούς ανθρώπους, αν δεν τους συγκινούν και οι Κολχίδες. Καλόν είναι να ενθυμούμεθα ότι τα λιμνάζοντα ύδατα, όπως και η παρατεταμένη ακινησία που γεννά λογής - λογής αγγυλώσεις, είναι πολύ επικίνδυνη και άκρως ανθυγιεινή!

Αργώ ή Πλους Αεροστάτου. Διήγημα ιδικό μου, τελείως άσχετο με την «Αργώ» του Θεοτοκά. Το διήγημα αυτό το ετελείωσα κατά τον φοβερόν εκείνο Δεκέμβριο του 1944, ενώ ηκούοντο νυχθημερόν πυκνοί πυροβολισμοί και οι εκρήξεις των οδομαχιών στην αιματοκυλισμένη Αθήνα, λίγες ημέρες πριν με συλλάβουν, τελείως άδικα, ως όμηρο ή, μάλλον, ως απεδείχθη αργότερα, ως προγεγραμμένον άνθρωπο, οι άνδρες του Ε.Λ.Α.Σ.

ʼλπεις (...) Και όμως εγώ που γράφω τούτες τις γραμμές, δοξάζοντας τις ʼλπεις, δεν είμαι βουνίσιος άνθρωπος. Είμαι, θαρρώ, μάλλον άνθρωπος των πεδιάδων και των ακροθαλασσίων περιοχών. Είναι αλήθεια όμως, ότι δεν υπάρχει στον κόσμον ύπαρξις απόλυτα μονόχυτη ή μονολιθική. Μέσα στις αντιθέσεις μας ζούμε την ζωή μας, δημιουργώντας, έτσι, την εκ των αντιθέσεων αυτών νέαν σύνθεσιν, την ανασύνθεσίν μας, τουτέστι την ύπαρξίν μας την καθημερινήν, την τόσο διαφορετικήν από την χθεσινήν, την τόσον διαφορετικήν από την σύνθεσιν τής αύριον, την τόσον όμως, πάντοτε, ταυτόσημα ιδικήν μας.

Και τώρα, χωρίς να ψάχνω το γιατί ούτε το πώς, καθώς συνεχίζω τις γραμμές αυτές, με το θεσπέσιον όραμα των ελβετικών βουνών (Αiger! Jungfrau! Μatterhorn!) μπροστά μου, τελειώνοντας τούτο το περί ʼλπεων λήμμα, εγώ, ο άνθρωπος των πεδιάδων και των προσθαλασσίων περιοχών, έχων στο νου μου το χρώμα που παίρνουν απ' τον ήλιο οι χιονισμένες κορυφές, και, ταυτοχρόνως, ενθυμούμενος έναν στίχον του Μallarmé καθώς και τον «Αλληλούια» απ' τον «Μεσσία» του Χαίντελ, αναφωνώ εν κατακλείδι:

«Αzur! Αzur!» και «Αlpenrose!»

Και τώρα και πάντα Αλληλούια!

Αλέξανδρος ο Μέγας. (...) Αλήθεια, όμως, τι να πει κανείς για τον Αλέξανδρο; Διαβάζοντας τον Ντρόυζεν και τον Παπαρρηγόπουλο και άλλους πιο προσφάτους ιστορικούς ή σκεπτόμενος, ο ίδιος τα καθέκαστα του βίου και της δράσεώς του, πολλές φορές είχα το αίσθημα ότι ο απίστευτος αυτός άνδρας ήλθε στον κόσμο κοινή συναινέσει όχι μόνο των Ολυμπίων, μα όλων των θεών εν γένει, για να επιτελέση τα αφάνταστα κατορθώματά του (...). Δεν ήλθε όμως ο Αλέξανδρος κοινή συναινέσει μόνον των θεών. Θα έλεγε κανείς ότι ήλθε εις τον κόσμον και με την συγκατάθεσιν της Μοίρας, που διέπει όχι μόνον τα επί μέρους της ζωής, αλλά και την συμπαγή καθολικότητα όλων των πραγμάτων, διότι ­ τις οίδε πώς ­ η Μοίρα ως εκ θαύματος εδέχθη (διά βραχύ, φευ, διάστημα) ότι θα ημπορούσε, επιτέλους, να θριαμβεύση ολόκληρη η ανθρωπότης, οδηγούμενη, άνευ ορίων άνευ όρων, από έναν αλληλέγγυον με το σύνολόν της εξαιρετικόν μέγαν Ταγόν, να θριαμβεύση λέγω, επιδιώκουσα υπό την ηγεσίαν του, μαζί του, μιαν άνευ προηγουμένου ολοκλήρωσιν παγκοσμίου ευτυχίας, αντί να ευνοούνται από την Μοίραν, ως εκλεκτοί λαοί, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, εις βάρος των υπολοίπων λαών της Οικουμένης, και τούτο προς αξιοποίησιν των δυνατοτήτων όλων των ανθρώπων, και προς μεγίστην δόξαν και αγαλλίασίν των, εις το διηνεκές και εν παντί.

Βενιζέλος. (...) Παρ' όλα ταύτα δεν έπαυσα να θαυμάζω τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ακόμη και όταν, μετά μιαν περίοδον εντόνου προσηλώσεώς μου εις τον Τολστοϊσμόν (βλ. λ. Τολστόι και Ανδρέας Εμπειρίκος) εστράφην, αργότερα, προς τας σοσιαλιστικάς θεωρίας, που με εκράτησαν επί ένα αρκετά μεγάλο διάστημα υπό την γοητείαν των διεθνιστικών και αταξικών ιδεωδών των. Και τότε ακόμη δεν ελησμόνησα τον Βενιζέλο και την Φιλελευθέρα καταγωγή μου ούτε υπέκυψα ποτέ εις αποπείρας προσηλυτισμού μου εις αντιδραστικάς ή ανελευθέρας ιδέας. Βρήκα έναν τρόπο προσωπικό να προχωρήσω, εξελισσόμενος ιδεολογικώς και φιλοσοφικώς, πολύ φυσικά νομίζω, προς νέους προσανατολισμούς, μη δυνάμενος εξ ιδιοσυγκρασίας να παραδεχθώ καμιάν πνευματικήν στασιμότητα, αδράνειαν και αποτελμάτωσιν ή τα ποικίλα αντιδραστικά «τερτίπια» ή «μασκαρέματα», και τούτο χωρίς να δέχομαι καμίαν κομματικήν υποδούλωσιν ή οιονδήποτε άλλον ιδεολογικόν, κοινωνικόν ή ηθικόν κομφορμισμόν.

Έτσι, έφθασα εις το σημείον εις το οποίον ευρίσκομαι σήμερα (1969) μη δεχόμενος ποτέ κανένα παζάρευμα καθώς και καμίαν επιταγήν, που να απάδη ή να συγκρούεται με τας ιδέας μου.

Εάν, όμως, έπαυσα προ πολλού να είμαι κομματικώς φιλελεύθερος, ουδέποτε έπαυσα να είμαι συναισθηματικώς «βενιζελικός» ­ τουτέστι άνθρωπος που δεν λησμονεί τι οφείλει η Ελλάς και, κατά συνέπειαν, εις έκαστος εξ ημών των Ελλήνων ατομικώς εις τον άνδρα αυτόν, που, κατά την γνώμην μου, χωρίς την παραμικράν υπερβολήν, είναι ισάξιος του Περικλέους, μεγαλοφυής πολιτικός, αληθινός εθνάρχης και μέγας ταγός.

(...) Ναι. Ο Βενιζελισμός, που ποτέ δεν υπήρξε δι' εμέ τέρμα, αλλά, πάντοτε, φωτεινή και ευοίωνη αφετηρία, είναι αναμφισβητήτως η χρυσή κολυμβήθρα εις την οποίαν ανεβαπτίσθη και απέκτησε νέα πτερά, νέαν ορμήν, νέαν συνείδησιν και νέες δυνατότητες (ασχέτως παντός διαφορετικού, εν τω μέλλοντι, προσωπικού ιδεολογικού προσανατολισμού) το γένος των Ελλήνων.

Κηφισιά, 25/3/1969

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ:

«Ο πατέρας μου δεν μου προκαλούσε δέος»

Γλυκά θροΐζουν γύρω μου τα δένδρα Τι υψηλός και αίθριος που είναι ο ουρανός Μες' την ψυχή μου το ουράνιο τόξο και στην καρδιά μου μέσα ­ στιλπνός πασίχαρος κορυδαλλός ­ λαλεί ο μικρός μου γιός

Ο κορυδαλλός

 

«Ο πατέρας μου ήταν το αντίθετο του κοσμικού. Του άρεσε το καλό φαΐ αλλά δεν έπινε πολύ, κάπνιζε όμως, σαν φουγάρο. Ήταν και καλός καβαλλάρης ­ είχε μάθει να ιππεύει στην Κριμαία. Και θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια, όταν βρισκόμαστε στην ʼνδρο ­ η ειρωνεία είναι ότι δεν είχαμε ποτέ σπίτι εκεί ­ πόσο μου άρεσε που με ανέβαζε μαζί του στο γαϊδούρι. Οι δρόμοι και τα αυτοκίνητα σπάνιζαν...».

Είναι ο 43χρονος σήμερα γιος του Ανδρέα Εμπειρίκου, Λεωνίδας, που φωτίζει την ανεξερεύνητη σχέση του ποιητή με την αμερικανική λογοτεχνία ­ μια λογοτεχνία που ανακαλύφθηκε μαζικά στην Ελλάδα μετά τη χούντα ­ και καταθέτει στα «ΠΡΟΣΩΠΑ» τη δική του εικόνα για τον πατέρα του με τον οποίο είχε στενότατη σχέση. Από την πρώτη του εφηβεία, ο Λεωνίδας παρευρισκόταν σε όλες τις πολύωρες φιλοσοφικές - ποιητικές συζητήσεις με φίλους συγγραφείς και καλλιτέχνες που γίνονταν συχνά στο σπίτι τους και μαζί έκαναν πάμπολλα ταξίδια και γύρισαν απ' άκρη σ' άκρη την Ελλάδα.

«Υπάρχει», λέει, «διάχυτη η εντύπωση ότι ο πατέρας μου συνδεόταν κυρίως με τη Γαλλία και τη γαλλική γλώσσα (εκεί έκανε ψυχανάλυση, εκεί συναντήθηκε με τον υπερρεαλισμό), όμως η σχέση του με την αγγλική γλώσσα και την αγγλική λογοτεχνία είναι πολύ σημαντική ως στοιχείο που συγκροτεί το έργο και την προσωπικότητά του. άλλωστε έμαθε αγγλικά πριν από τα γαλλικά.

Νομίζω ότι το πρώτο έναυσμα για την επαφή του με την ποίηση, το δίνουν, πλην των Ελλήνων ποιητών της εποχής του ­ κυρίως του Παλαμά ­, ο Μίλτων, ο Ουίλιαμ Μπλέικ και οι Άγγλοι ρομαντικοί τούς οποίους γνώριζε πολύ καλά (ιδίως τον Σέλεϋ και τον Κητς), όπως εξάλλου γνώριζε και τους Άγγλους φιλοσόφους και τους φιλελεύθερους του 19ου αιώνα (π.χ. τον Τζων Στιούαρτ Μιλ) ή τους οικονομολόγους του 20ού (π.χ. τον Κέυνς).

Ο αγγλικός μοντερνισμός (Έλιοτ, Πάουντ κ.ά.) δεν τον γοήτευε καθόλου, καθώς ήταν τελείως ξένος προς την ποιητική του ιδιοσυγκρασία, τόσο από άποψη ιδεολογική όσο και από άποψη λόγου. Αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να λατρεύει τον κύκλο των Λονγκφέλοου (απ' όπου και το δάνειο του ονόματος της Ευαγγελικής ηρωίδας του «Ανατολικού») transendentalists (υπερβατικών) Χώθορν, Μέλβιλ, Θορώ όπως επισήμανε και στις έρευνές της η Μαρία Μαργαρώνη, και να παρακολουθεί την αμερικανική και την αγγλική λογοτεχνία, τους "Μπητ", αλλά και τον Ντύλαν Τόμας, ώς και τον Μπέριμαν, μέχρι τον θάνατό του. Η στενή φιλία του με τον Νάνο Βαλαωρίτη ενθάρρυνε πολύ αυτόν τον "διάλογο", αλλά δεν ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο τον συγκινούσαν αυτοί οι συγγραφείς. Υπάρχει και ένα πολιτικό στοιχείο που εξηγεί αυτή την έλξη. Είναι το στοιχείο της ουτοπίας σε μερικούς και της αέναης κίνησης προς το άπειρο σε άλλους. Μέσω αυτών άλλωστε των κινημάτων άρνησης της κοινωνικής συμβατικότητας προσεγγίζει ιδεολογικά στη δεκαετία του '60 την Αριστερά. Μία Αριστερά αμερικανικής ή αγγλικής ιδιοσυστασίας που δεν είναι συνδεδεμένη με την αιματηρή βία των πολέμων ­ εμφυλίων και μη ­ και της γερμανικής Κατοχής στην ηπειρωτική Ευρώπη, μία βία της οποίας ο ίδιος είχε υπάρξει θύμα. Ο "Μέγας Ανατολικός" είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα καθώς αποτυπώνει την επένδυση των ελπίδων του σε έναν νέο κόσμο, που δεν είναι φυσικά η Αμερική του Μακαρθισμού, της Χιροσίμα ή της Κορέας, αλλά η Αμερική του 19ου αιώνα, του Μπρουκ Φαρμ και των "Αγωνιστών των Πολιτικών Δικαιωμάτων", πράγμα που φαίνεται και από τη συζήτηση των ηρώων του μετά τη διάλεξη του μορμόνου Χιραμ Ουάιτ. Εγώ θυμάμαι, άλλωστε, τον πατέρα μου να λέει "στα νιάτα μου ήμουν σοσιαλιστής", όπως τον θυμάμαι να μιλά και για το «μεγαλείον του Λένιν και του Τρότσκι». Το ποίημα «Τα Ρήματα» της Οκτάνας δηλώνει την επανενσωμάτωση της ιδέας της πολιτικής δράσης στο έργο του. Τα τελευταία χρόνια άλλωστε μελετούσε επισταμένως τον Βίλχελμ Ράιχ που εξέφραζε τον συγκερασμό μαρξισμού και ψυχανάλυσης.

... Όχι. Ο πατέρας μου δεν μου προκαλούσε δέος. Δεν με βάραινε ως προσωπικότητα. Με βάραινε το ότι αυτός βάρυνε κατά την περίοδο της χούντας. Κατέρρευσε λόγω της αποπνικτικής πολιτικής και κοινωνικής ατμόσφαιρας της Ελλάδας των συνταγματαρχών, αλλά και λόγω της πλήρους απομόνωσης στην οποία οδηγήθηκε. Η καλύτερη, η πιο δημιουργική εποχή του τελείωσε τότε».

 

«Σε χαιρετώ Γερο-Ωκεανέ»

Στη διάρκεια της δεκαετίας του '30 ο Ανδρέας Εμπειρίκος είχε μία στενότατη φιλία και σχέδια συνεργασίας με τον Νίκο Καλαμάρη (Νικόλαο Κάλας), φύση πολυτάλαντη και επαναστατική, ποιητή γνωστό με το ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος, που εγκατέλειψε την Ελλάδα το 1938 και διέπρεψε πρώτα στη Γαλλία και έπειτα στην Αμερική ως αριστερός διανοούμενος θεωρητικός του υπερρεαλισμού και τεχνοκριτικός.

Γι' αυτόν τον φίλο, σύντροφο και συνοδοιπόρο που έχασε, ο Εμπειρίκος συνέθεσε το 1940 ένα αριστοτεχνικό ποιητικό πορτρέτο μέσα από το οποίο, σαν να επρόκειτο για το μοντέλο του Καλού Κ'αγαθού, προκύπτει και το δικό του ιδανικό για μια προσωπικότητα. Αυτό το πορτρέτο, ο Εμπειρίκος το είχε εντάξει στα «Τεκταινόμενα», οπότε ακολούθησε την τύχη αυτής της σύνθεσης που δεν ολοκληρώθηκε η επεξεργασία της και έμεινε ανέκδοτο. Τα «ΠΡΟΣΩΠΑ» το παρουσιάζουν για πρώτη φορά σήμερα, στην πρώτη και οριστική εκδοχή που φέρει ημερομηνία 21/2/1940. Ο Νικόλαος Κάλας αναφέρεται με το όνομα που του είχαν δώσει οι φίλοι του: Ιβάν.

 

(...) «Μα ας έλθω τώρα στον Ιβάν που ανέφερα προ ολίγου. Τι σύμπτωσις! Είναι και αυτός ταξειδευτής. Από μικρός εγνώρισε την θάλασσα και την αγάπησε, όπως μπορεί κανείς να αγαπήση μια κόρη με ωραίους μαστούς, ή ένα τοπείον πλήρες κραδασμών και πλήρες σημασίας. Είχε γνωρίσει λέγω από παιδί την θάλασσα με όλα τα μαγνάδια της, με όλα τα κογχύλια της και με όλα της τα ιωβιλαία. Ίσως γι' αυτό, πριν γίνει ακόμη ταξειδιώτης, τον είχαν ελκύσει τα καράβια ­ πλοία ποστάλε και πλοία φορτηγά, που φέρνουν ξένους και συγκομιδές, ή τα στιλπνά κατασκευάσματα της Δύσεως και της Ανατολής.

Από μικρός καθήμενος σε μια γωνιά στερηάς, ή ακόμη και στο σπίτι του, όλως αυθαίρετα, όλως ανέμποδα, όπως φυσούν οι άνεμοι σηκώνοντας τα κύματα και ανεμίζοντας το βάθος ενός Φιόρντ, την κόμην και τον πέπλο μιανής κυράς της θάλασσας που ίσως την λέγουν Χίλντε και το μαντήλι ενός Μπραντ, ο Ιβάν κανόνιζε συχνά πορείες πλοίων που ήρχοντο και φεύγαν, όχι συμφώνως με ρυθμόν καμιάς κλεψύδρας, ούτε συμφώνως με συμβόλαια ναυτικά, μα σύμφωνα με την πυξίδα των ενδομύχων παρορμήσεων, και σύμφωνα με τις μακρόσυρτες κραυγές που εκπέμπουν φτερουγίζοντας οι γλάροι.

Όμως, μια ημέρα ο Ιβάν βαρέθηκε να κάθεται στο σπίτι του ή στις καρέκλες των υπαιθρίων κέντρων. Σηκώθηκε λοιπόν, πλήρης ονείρων, φλεγόμενος σαν δάσος από τον ισχυρόν του πόθον, όπως σηκώνεται ένα σμήνος μεταναστευτικών πουλιών, ή όπως σηκώνεται μια απόφασις και διαγράφει στο στερέωμα την τροχιά της. Καμμιά αμφιταλάντευσις δεν τον εμπόδισε. Κανείς δεσμός δεν τον εκράτησε. Καθόλα αλληλέγγυος με την επιθυμία του, καθόλα σύμφωνος με την προώθησί της, πήρε το φύσημά του και έφυγε σαν στεναγμός εαρινός, ή σαν μία λέξις που προφέρομε στον ύπνο.

Έκτοτε χρόνια πέρασαν και ακόμη δεν επέστρεψες Ιβάν. Κανείς δεν ξέρει πού ευρίσκεσαι, τι κάνεις. Κανείς δεν έμαθε πού πας. Ωστόσο, ξέρω εγώ τι σε τραβά και τι σε θέλγει.

Είσαι θαλασσοπόρος ­ ναι. Ωστόσο διαφέρεις από τον Κορτέζ, τον Μαγγελάνο, τον Αλμπουκέρκη ή τον Χογιέντα. Από τις προσαρτήσεις προτιμάς το ίδιο το ταξείδι. Από την εκμετάλλευσι του Μεξικού τα αφάνταστα πτερά του Μοντεζούμα. Και από τους τίτλους προτιμάς τα οπωροφόρα και πουλόλαλα νησιά με τα καλλίπυγα και αφρόστηθα κορίτσια.

Ω, τα νερά που διέσχισες! Τα ζωηρά χρώματα, οι απόπειρες προς εξάπλωσιν, οι εξάρσεις των εφηβικών παλμών σε ηλιόλουστα παράλια θερμής ηδυπαθείας και οι καϋμοί, οι αβάσταχτοι καϋμοί μιας ευκράτου ζώνης, καθώς ξεσπάν και σπαν στον μελανό γρανήτη του Τζέμπελ-αλ-Ταρέκ (σ.σ.: Γιβραλτάρ).

Ο βράχος κατεβαίνει τόσον απότομα στη θάλασσα, που το βουνό μοιάζει να μην έχη πλαγιές, και δεσπόζει σχεδόν κατακορύφως, καθώς τιτανικόν ορθόπλωρο καράβι επάνω απ' τον ωκεανό.

Σε αυτόν τον βράχο θα ήθελα πολύ, μια μέρα να σταθώ σιμά σου Ιβάν, και να σε ακούσω (...) δυνατά, μέσα στον άνεμο και μέσα στην καταιγίδα το υπερωκεάνειον έπος, που έγραψε με το αίμα της ψυχής του ο κόμης του Λωτρεαμόν.

 

Είπα το Έπος που έγραψε ο κόμης. Και ιδού που μου γενιέται τώρα μια ιδέα, μια ιδέα-πειρασμός να πιάσω ν' αντιγράψω εδώ μέσα, τώρα ευθύς, τώρα αμέσως λίγα κομμάτια αυτού του ασυγκρίτου ποιήματος από την μετάφρασι του Οδυσσέα Ελύτη, ως μέρος αναπόσπαστο του ιδικού μου.

(...) «Γέρο-ωκεανέ, είσαι το σύμβολο της ταυτότητας: Πάντοτε ισότιμος με τον εαυτό σου. Δεν αλλάζεις μ' έναν τρόπο ουσιαστικό και αν κάπου είναι τα κύμματά σου μανιασμένα, πιο μακρυά σε κάποιαν άλλη περιοχή, βρίσκονταν μέσα στην πλέον απόλυτη γαλήνη. Δεν είσαι σαν τον άνθρωπο που σταματά στο δρόμο για να δει δυο μολοσσούς ν' αρπάζωνται απ' τον λαιμό και δε σταματάει όταν μια κηδεία διαβαίνει· που είναι το πρωί πρόσχαρος και το βράδυ δύσθυμος· που γελάει σήμερα και κλαίει αύριο. Σε χαιρετώ Γέρο-ωκεανέ!....

Γέρο-ωκεανέ, τα νερά σου είναι πικρά έχουν ακριβώς την ίδια γεύσι με την χολήν που σταλάζει η κριτική για τις καλές τέχνες, για τις Επιστήμες, για όλα. Αν κανένας είναι μεγαλοφυΐα, τον κάνουν να περνάει για ηλίθιος. Αν κανένας είναι ωραίος σωματικά, τον λένε φρικτό καμπούρη. Ναι, βέβαια, πρέπει ο άνθρωπος να νοιώση έντονα την ατέλειά του που άλλωστε τα τρία της τέταρτα οφείλονται στον ίδιο, για να την επικρίνη έτσι. Σε χαιρετώ Γέρο-ωκεανέ! (...)

Γέρο-ωκεανέ... θέλω νάναι η στροφή ετούτη υστερνή μου έκκληση. Γι' αυτό λοιπόν ακόμα μια φορά, θέλω να σε χαιρετήσω και να σε αποχαιρετήσω! Γέρο-ωκεανέ με τον κρυστάλλινά σου κύμματα... Τα μάτια μου υγραίνονται από άφθονα δάκρυα και δεν έχω τη δύναμι να συνεχίσω. Γιατί νοιώθω πως ήρθε η στιγμή να ξαναγυρίσω ανάμεσα στους ανθρώπους με την τραχειά την όψη. Αλλά... θάρρος! Ας καταβάλλουμε μια ύστατη προσπάθεια και ας αποτελειώσουμε με το συναίσθημα του καθήκοντος τον προορισμό μας πάνω σ' αυτή τη γη. Σε χαιρετώ Γέρο-ωκεανέ!».

...................................................................... ...............................................................

Ναι, θα 'θελα ν' ακούσω από σένα Ιβάν τα λόγια αυτά γιατί κανένας δεν γνωρίζει τον Ισίδωρο Ducasse καλλίτερα από εσένα. Μα αν δεν μπορέσεις φίλε μου να μου τα πεις μια μέρα στο Τζέμπελ-αλ-Ταρέκ, θα μου τα πεις εδώ, όταν ξαναγυρίσης, εδώ ή αλλού, αφού επιτέλους βρης την ιδική σου Ατλαντίδα ­ γιατί ο καθένας μας, Ιβάν, έχει την ιδικήν του, είτε την βρει ή δεν την βρει ­ μίαν Ατλαντίδα πλούσια σαν τα Εκβάτανα, ωραία σαν την Ποππαία και με όνομα εξαίσιον, όσο και αυτό που δώσανε στη νήσο Ελιγολάνδη.

Είπα, Ιβάν, όταν γυρίσης. Γιατί θα 'ρθής ξανά, θα 'ρθής παρά τις ιαχές, θα 'ρθής με όλη την περηφάνεια και με όλη την χαρά των ακραιφνών ανθρώπων, που δέχονται στους ώμους των και στο κεφάλι των, υψιπετείς αυτοί και ταξειδιώται ακάματοι τρεχαντηριών και ατμοπλοίων, τον δροσερό ατμό της νίκης».

21/2/1940

«Τα Τεκταινόμενα»

«Πήρε ένα πετραδάκι, πήρε πετραδάκια, τα πασπάτεψε και συγκινήθηκε, γιατί δεν υπάρχει εύρημα ανθρώπινο που να μην έχει την σημασία του, το μυστικό του, που να μην έχει αντίκτυπο στους άλλους, στα άτομα και στις ολότητες.

Έπειτα πήρε μια χορδή λεπτοτάτη, αλλά μεγάλης αντοχής και απειροπάλμων δονήσεων και πέρασε τα πετραδάκια ένα-ένα, σαν χάνδρες, σε μιαν αλληλουχία, όπου τα χρώματα είχαν ονόματα ­ Ναδίρ, Χέρμαν, Ιουδήθ, Ιβάν, Μούσα - Ερατώ, ʼνηβη Χίλντεγκαρντ, Εκβάτανα, Ποππαία και Ελιγολάνδη.

Ο κτύπος κάθε πετραδιού, έτσι που έπεφτε το ένα επάνω στο άλλο, ηκούετο όπως ακούεται μια πτώσις ρώγας βαρειάς κεχριμπαριού, όταν εξαπολύεται εν μέσω άκρας σιωπής από δακτύλους ρεμβάζοντος ή σκεπτικού ανδρός, επί μιας άλλης ρώγας - ρώγας ηδυπαθώς απτής εις την αφή, το χρώμα και στο σχήμα ­ σε αλλεπαλλήλους πτώσεις, όπου το γεγονός «ρώγα επί ρώγας» ισοδυναμεί με μαστούς εν πλήρη σφαιρικότητι διατελούντας. Η δε ηχώ ενός εκάστου κτύπου τινασσομένη επάλλετο και αντεπάλλετο εις τρόπον ώστε, κτύπος και ηχώ να συνυφαίνονται, να αποτελούν σχεδόν ανεξιχνίαστον μυστήριον, όπου το κάθε πετράδι ιριδίζετο μέσα στα χρώματα των ονομάτων: Ναδίρ, Χέρμαν, Ιουδήθ, Ιβάν, Ανηβη Χίλντεγκαρντ, Εκβάτανα, Ποππαία και Ελιγολάνδη.

Έτσι, σε μια στιγμή, έφθασε πάλι ο Ναδίρ εις το Ζενίθ της δόξης του και από ληστής κατήντησε σάχης της Περσίας, λάμπων εις το στερέωμά του, σαν το Διαμάντι ΚΟ-Ι-ΝΟΡ, που το είχε κάμει κάποτε εις το Δελχί δικό του.

Οι εθνικοσοσιαλισταί της Γερμανίας ήθελαν το διαμάντι αυτό να το σφετερισθούν, ήθελαν να το υπεξαιρέσουν από τους Άγγλους. Και ο Χέρμαν Γκαίριγκ, όπως την νύκτα οι πεινασμένοι λύκοι ή τα ισχνά τσακάλια, έτσι και αυτός, καίτοι χονδρός και χορτασμένος, ωρύετο περί δικαίου και αδίκου, περί αποικιών, πρώτων υλών και αεροπλάνων, περί ιδανικών και πεπρωμένων, περί ανέμων και υδάτων, για να μην φανή, για να μην νοηθή από κανέναν, εντός και εκτός της Γερμανίας, τι θέλει ο Χίτλερ και όλες οι άλλες ύαινες του ναζισμού.

Μα αυτό δεν θα συμβεί ποτέ. Όχι γιατί πρέπει επ' άπειρον να μείνει ο αδάμας ΚΟ-Ι-ΝΟΡ στα χέρια αυτών που τον κατέχουν, μα διότι δεν είναι δυνατόν, ο πόλεμος του 1939 να μην αφύπνισε τους ανθρώπους, όπως ξυπνά η μάστιγα το αίμα, διότι δεν είναι δυνατόν ο πόλεμος αυτός, να μην ανοίξει νέους δρόμους, δρόμους που να οδηγούν σε ριζική, σε ουσιαστική αναθεώρησι όλων των αξιών και όλων των πραγμάτων.

Και κανείς δεν θέλει σήμερα, να είναι αυτή η αναθεώρησις απλή αλλαγή ιδιοκτήτου, μα νέος κόσμος, με νέαν αντίληψι και νέα προσαρμογή ­ με μια λέξι, μια νέα πραγματικότης, όχι μονάχα υλική μα και ηθική.

Λοιπόν ο αδάμας ΚΟ-Ι-ΝΟΡ, δεν πρέπει να κατακτηθεί ποτέ από κανέναν, όσο και αν το επιθυμούν οι κραταιοί και οργανωμένοι, είτε στο Βερολίνον, στο Λονδίνον, στην Μόσχα, στην Ουάσιγκτων ή στο Παρίσι εδρεύουν, οποία η δύναμις, η βία, ή το χρήμα, διότι ο αδάμας ΚΟ-Ι-ΝΟΡ, ανήκει μοναχά στη γη και στα πετρώματα που τον εξέθρεψαν.

Έτσι και μόνον έτσι, το μέγα διαμάντι αυτό, δεν θα στολίζει πια το στέμμα ή τον θησαυρό του ενός ή του άλλου περιουσίου λαού, ή το διάδημα, ή τον λαιμό κάποιας πλουσίας κυρίας, μα θα κοσμή απίστροφα και αμετακλήτως το διάστικτον από χίλια πετράδια διάδημα της ενιαίας ανθρωπότητος, όταν την ανθρωπότητα αυτή, θα την διέπει η Ελευθέρα Λιβιδώ, καθώς ανέμποδη και αστήρευτη πηγή, σαν αίμα θερμό και αμόλυντο που ρέει σε οργανισμόν που δεν τον παιδεύουν πια, μήτε μικρόβια, μήτε συνθλίψεις και καταθλίψεις μπαλενωτών κορσέδων».

Τα «ΠΡΟΣΩΠΑ» δημοσιεύουν για πρώτη φορά την εισαγωγή ενός ανέκδοτου και ανολοκλήρωτου πεζού του Ανδρέα Εμπειρίκου με τίτλο «Τα τεκταινόμενα». Πρόκειται για μια πολιτικο-κοινωνική διακήρυξη ενάντια στην εξουσία των ισχυρών, που φέρει τη σφραγίδα του ποιητικού του οίστρου και που παρουσιάζεται σήμερα στην τελική μορφή που της έδωσε ο Εμπειρίκος, ξαναδουλεύοντας μεταπολεμικά, το 1960, το κείμενο που είχε γράψει το 1940 κάτω από τη βαριά σκιά της αρχής του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με τη ναζιστική επίθεση στην Πολωνία και το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ. Τα «Τεκταινόμενα» συνέδεαν πρόσωπα και γεγονότα που είχαν ιδιαίτερο βάρος για τον Εμπειρίκο ο οποίος, όταν άλλαξαν κάποιες ισορροπίες, θέλησε να τα προσεγγίσει κάτω από καινούργιο πρίσμα για να τα ενσωματώσει στην ενότητα «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία». Αυτήν την προσπάθεια όμως, δεν την αποτελείωσε.     

 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΝΕΑ 27 ΜΑΪΟΥ 2000

 

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)

 

Bravenet.com

 

Γράψε μια λέξη